Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκης (1790-1881)

Το 1853 στην Νίμπρο των Σφακίων ακούγονται ντουφεκιές στα σπίτια των Μανουσογιαννάκηδων. Τι συμβαίνει;

Γεννήθηκε ένα κοπέλι που το βάφτισαν Μανώλη. Ευχή όλων το κοπέλι τούτο να δει την Κρήτη ενωμένη με την Ελλάδα.

Μεγάλη η γενιά των Μανουσογιαννάκηδων. Γενάρχης της ο περίφημος Μανούσακας, συνεργάτης και συμπολεμιστής του Δασκαλογιάννη, ο οποίος το 1774 εκδικήθηκε το χαμό του ήρωα, με την περίφημη επίθεση στον πύργο του αιμοβόρου Τουρκοκρητικού Αληδάκη, στο Μπρόσνερο, όπου σκότωσε τον ίδιο και τους υπερασπιστές του πύργου.

Εγγονός του Μανούσακα ήταν Αναγνώστης Μανουσογιαννάκης (1790-1881) ο οποίος συμμετείχε στην προετοιμασία της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη (ήταν Φιλικός) και πήρε μέρος σε πολλές μάχες.

Του Ιούλιο του 1821 ανέλαβε την αρχηγία των Δυτικών Διαμερισμάτων (μετά τον θάνατο του Παττακού). Εξελέγη μέλος του Κρητικού Συμβουλίου το οποίο του έδωσε επάξια τον τίτλο του στρατάρχη.  Ιδιαίτερα διακρίθηκε και στην δεύτερη φάση της επανάστασης το 1829 με τον ηρωικό Νταλιάνη Χατζημιχάλη.

Ο Αναγνώστης πήρε μέρος και στις επόμενες επαναστάσεις 1833, 1841 και το 1858 (κίνημα Μαυρογένη).

Το 1859 διωκόμενος από τους Τούρκους, διέφυγε στην Αθήνα. Επανήλθε το 1866 στη μεγάλη Επανάσταση, όπου εξελέγη πρόεδρος της Επαναστατικής Συνέλευσης (ουσιαστικά πολιτικός αρχηγός), θέση την οποία αποποιήθηκε λόγω ηλικίας. Στην προεδρία εξελέγη ο Παρθένιος Περίδης. Ωστόσο, παρά την ηλικία του(είχε περάσει τα 75) έλαβε ενεργό μέρος σε αρκετές μάχες!!! Κατόπιν, διέφυγε ξανά στην Αθήνα. Μαζί του και ο εγγονός του, ο Μανώλης, που είναι καλός και στα γράμματα και στα άρματα. Έτσι εισάγεται στη σχολή Ευελπίδων.

Να σημειώσουμε ότι τότε οι εισακτέοι ήταν ελάχιστοί με ιδιαίτερα δύσκολες εξετάσεις και δίδακτρα. Είναι πιθανό ότι τα δίδακτρα πλήρωνε το κράτος, ως υποτροφία (γόνος Κρητών αγωνιστών), όπως συνέβη και με τον Γ. Τσόντο.

Η σχολή Ευελπίδων βρισκόταν τότε στον Πειραιά, στο οικόπεδο που βρίσκεται στη γωνία Καραολή Δημητρίου και Φίλωνος, απέναντι από το παλιό ταχυδρομείο.

Ο Μανουσογιαννάκης διακρίθηκε για τις επιδόσεις του και το ήθος του. Ήταν «μελετηρότατος» και «στρατιωτικότατος».

Το 1878 ονομάστηκε ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Στο όπλο αυτό κατατάσσονταν τότε οι άριστοι αξιωματικοί. Η εξέλιξή του υπήρξε λαμπρή. Το 1895 είχε φθάσει στο βαθμό του ταγματάρχη.

Νυμφεύτηκε την Μαρία Αρεάλη αδελφή του σμυρνιού δικηγόρου Αντωνίου Αρεάλη.

Η Κρήτη συνεχίζει τις εξεγέρσεις της. Και βέβαια τα παιδιά της, που βρίσκονται στην Ελλάδα, δεν την ξεχνούν.

Με αφορμή σφαγές που πραγματοποίησε ο Τουρκοκρητικός όχλος, δεκαεπτά Κρητικοί αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού υποβάλλουν τυπικά τις παραιτήσεις τους και κατεβαίνουν στο νησί με Κρήτες και Ελλαδίτες εθελοντές και με τρία στοιχεία πυροβολικού.

Επικεφαλής τους είναι ο ταγματάρχης Μανουσογιαννάκης. Μαζί του ο λοχαγός Κόρακας, ο ανθυπολοχαγός Γ. Τσόντος κ.ά.

Ο Μανουσογιαννάκης προετοιμάζει την κάθοδο του εκστρατευτικού σώματος υπό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο. Μετέχει στην μάχη των Βουκολίων, όπου διακρίνεται και διευθύνει προσωπικά τις νικηφόρες μάχες της Κανδάνου και της Μαλάξας.

Η επανάσταση του1897στην Κρήτη τελειώνει με την αποχώρηση του Τουρκικού στρατού και την ανακήρυξη της αυτονομίας. Ο θρυλικός Μανούσακας μπορεί, από τον παράδεισο που βρίσκεται, να καμαρώνει για τον απόγονό του, που έδιωξε τους Τούρκους. Θα ‘ρθει και η Ένωση.

Ο Μανουσογιαννάκης εισήλθε στο τότε υφιστάμενο σώμα των γενικών επιτελειών όπου, όπως εύστοχα σημειώνει η μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, απέκτησε τη φήμη του ικανού ηγήτορα, την οποία κατόπιν εδικαίωσε.

Το κρητικό ζήτημα, όμως, υπάρχει. Ο άτυχος πόλεμος του 1897 έχει αφήσει βαριά τα σημάδια του στη χώρα. Όμως, το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή. Και η αυγή έρχεται. Ήρθε.

Στην Αθήνα ιδρύθηκε το 1908 ο Στρατιωτικός σύνδεσμος. Στην Κρήτη έχει είδη ανατείλει το άστρο του Ελ. Βενιζέλου. Οι νεαροί αξιωματικοί αντιλαμβάνονται «τα σημεία των καιρών».

Το σάπιο καθεστώς πρέπει να ανατραπεί, για να μπορέσει η χώρα να ορθοποδήσει. Πρέπει να μετακληθεί από την Κρήτη ο «χαλύβδινος» Βενιζέλος, κατά την έκφραση του καταστατικού του Συνδέσμου.

Στη Θεσσαλονίκη ο Τούρκος αρχιστράτηγος Σεφκέτ πασάς απειλεί ότι θα πιει τον καφέ του στο Σύνταγμα, ενώ ο Τούρκος αρχιχαλής του λιμανιού εξευτελίζει συνεχώς τη χώρα.

Οι Κρητικοί ξαναζητούν για μια ακόμα φορά την ένωση και σηκώνουν την Ελληνική σημαία στα Χανιά, την οποία δεν τολμά κανείς να κατεβάσει γιατί φρουρείται νυχθημερόν από ενόπλους.

Η κυβέρνηση του Θεοτόκη σιωπά, ενώ όλες αυτές οι ενέργειες έχουν ως αποτέλεσμα την πύκνωση των τάξεων του Στρατιωτικού συνδέσμου.

Τα ανάκτορα, σε μια ύστατη προσπάθεια να αναχαιτίσουν το Σύνδεσμο και να καταλαγιάσουν τη δυσαρέσκεια του κόσμου από τη δουλοπρεπή στάση της χώρας στο κρητικό ζήτημα, «παραιτούν» την κυβέρνηση Θεοτόκη. Διορίζεται πρωθυπουργός ο Δημήτριος Ράλλης (ο περίφημος Αττικάρχης) στις 7 Ιουλίου του 1909.

Η κυβέρνησή του αποκλήθηκε κυβέρνηση των θερινών διακοπών ή κυβέρνηση των 39 ημερών (τόσο διήρκησε) Υπουργός Στρατιωτικών σ’ αυτή την κυβέρνηση αναλαμβάνει ο Μανουσογιαννάκης, που είναι πλέον συνταγματάρχης (πολύ μεγάλος βαθμός για την εποχή εκείνη). Είναι προφανές σε τι αποσκοπεί η τοποθέτησή του. Από τη μία μεριά στους Κρήτες μη μας πιέζετε δικός σας είναι ο υπουργός από τις μεγαλύτερες οικογένειες των οπλαρχηγών της Κρήτης.

Από την άλλη πλευρά στο Στρατιωτικό σύνδεσμο.

Ο Μανουσογιαννάκης ενέπνεε σεβασμό και ίσως φόβο σε όλο το στράτευμα. Δεν χωράτευε και αυτό ήταν γνωστό.

Ο Ράλλης προσπάθησε να έρθει σε διαπραγματεύσεις με το Σύνδεσμο. Ως ένδειξη καλής θελήσεως συγκάλεσε τη βουλή για την 31η Αυγούστου.

Από την άλλη πλευρά, θέλοντας να επιδείξει πυγμή, διατάσσει στις 12 Αυγούστου τη φυλάκιση δύο μελών του Συνδέσμου, του λοχαγού Σάρρου και του ίλαρχου Ταμπακόπουλου.

Στις 14 Αυγούστου, κυριολεκτικά μέρα μεσημέρι, ο τότε υπολοχαγός Θεόδωρος Πάγκαλος μπαίνει σαν «κύριος» στο τμήμα μεταγωγών, όπου κρατούνταν οι δύο αξιωματικοί και τους ελευθερώνει.

Συνεργός του στην παράτολμη αυτή επιχείρηση ήταν ένας αμαξάς της Αθήνας, ο περίφημος Γιάννης ο «Λατέρνας». Οι δύο αξιωματικοί φθάνουν με την άμαξα του «Λατέρνα» στο Μοναστηράκι και από εκεί παίρνουν το τραίνο και αποβιβάζονται στο σταθμό του Φαλήρου, όπου τους παραλαμβάνει ο θρυλικός Παπαμελέκος, μέλος της «Ομόνοιας», η οποία τους κρύβει στο σπίτι του.

Η ενέργεια αυτή συγκλονίζει το Μανουσογιάννη. Μιλώντας αργότερα έλεγε: «Και μόνο η τόλμη και η αριστοτεχνική ενέργεια της απαγωγής με έπεισαν ότι οι επαναστάτες δεν είναι σπαθοφόρα παιδαρέλια που θα διαλυθούν με μερικές μεταθέσεις και φυλακίσεις, όπως έλεγε ο Ράλλης. Είχαν πνοή επαναστατική και ήταν αποφασισμένοι για όλα».

Από τη στιγμή αυτή ο υπουργός των Στρατιωτικών του καθεστώτος προσχωρεί ουσιαστικά στους επαναστάτες.

Ο απόγονος του Μανούσακα δεν θα μπορούσε να μην είναι σαν τον πρόγονό του, πραγματικός επαναστάτης.

Την επόμενη 15 Αυγούστου, εξεράγη η Επανάσταση.

Ο Ράλλης είχε αντιληφθεί τις διαθέσεις του υπουργού του. Δεν είναι από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω. Πεισματάρης, τολμηρός, άφοβος, αρχοντόμαγκας κατά το χαρακτηρισμό που του έδωσε παλαιός Πειραιώτης πολιτικός, του οποίου η οικογένεια άνηκε παραδοσιακά στο Ραλλικό κόμμα. Βγαίνει ο ίδιος μπροστά. Πηγαίνει στο υπουργείο των Στρατιωτικών.

Ο διοικητής του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού, Ζαφειρόπουλος, είναι πιστός στο βασιλιά. Είναι αντίθετος με την Επανάσταση. Θέλει να χτυπήσει τους στασιαστές. Έχει τα μέσα. Τηλεφωνά στο υπουργείο, όπου βρίσκεται και ο πρωθυπουργός, ζητώντας οδηγίες.

Ο διάλογος είναι συγκλονιστικός

Ράλλης «Χτυπήσατε δια των όπλων του στασιαστές»

Ζαφειρόπουλος «Μάλιστα κ. πρόεδρε. Προκειμένου, όμως, να φονεύσω αξιωματικούς χρειάζομαι έγγραφην διαταγήν»

Ράλλης «Βεβαίως, θα σας αποσταλεί από τον υπουργό αμέσως»

Το τηλέφωνο κλείνει και ο Ράλλης στρέφετε στο Μανουσογιαννάκη.. Ράλλης «Κε υπουργέ εκδώσατε διαταγή εις τον συν/χη Ζαφειρόπουλο να κτυπήσει τους στασιαστάς»

Μανουσογιαννάκης (βάζονττας την παλάμη στο αυτί του) «Πως είπατε κ. πρόεδρε;»

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο, που επακολούθησε, ήταν διοικητής του συγκροτήματος που αποτελείτο από την 1η και 6η Μεραρχία.

Είναι ο νικητής των μαχών του Λαχανά του Δεμίρ Ισάρ (Σιδηρόκαστρο) των στενών της Κρέσνας, της Άνω Τσουμαγιάς και Σιμικλή.

Αυτός ήταν ο πραγματικός ηγήτορας του Ελληνικού Στρατού στον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο. Κέρδισε το θαυμασμό και σεβασμό όλου του στρατού. Ο φαινομενικά απρόσιτος και αμίλητος στρατηγός ήταν πάντα κοντά στους στρατιώτες του. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μετά τη μάχη των στενών της Κρέσνας (11-13 Ιουλίου) επισπεύτηκε μία πυροβολαρχία που είχε δοκιμαστεί ιδιαίτερα.

Αφού συνεχάρη το διοικητή της στράφηκε στους στρατιώτες «Παιδιά κερνώ όλη την πυροβολαρχία. Είπα να σας φέρουν δύο βυτία κρασί από το Νευροκόπι»

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος «μεθυσμένος»από τις νίκες του Ελληνικού στρατού θεωρούσε ότι ήταν δυνατόν να συνεχιστεί η προέλαση μέχρι τη Σόφια. Η απάντηση του Σφακιανού ήταν κοφτή «Μεγαλειότατε ο στρατός κουράστηκε. Εξαιτίας των μεγάλων απωλειών του η μαχητικότητα του μειώθηκε σημαντικά». Πρέπει πάσει θυσία να συναφθεί ανακωχή».

Κων/νος «Δεν το περίμενα από σένα Μανουσογιαννάκη. Πρέπει να υπογράψουμε την ειρήνη στη Σόφια»

Μανουσογιαννάκης «Μην παρασύρεσθε Μεγαλειότατε. Δεν έχω καμιά όρεξη να πάω στη Σόφια με κουδούνια στο λαιμό» (κυκλοφορούσε τότε οι φήμη ότι οι Βούλγαροι κρεμούσαν κουδούνια στους αιχμαλώτους αξιωματικούς).

Φαίνεται ότι η απάντηση αυτή τάραξε τον Κων/νο ο οποίος έσπευσε να τηλεγραφήσει νύχτα στον Βενιζέλο, που βρισκόταν στο Βουκουρέστι για διαπραγματεύσεις ότι είναι αναγκαία η άμεση σύναψη ανακωχής, την οποία μέχρι τότε απέρριπτε.

Είναι ευτύχημα για τη χώρα ότι τότε βρέθηκε ο Μανουσογιαννάκης, που μίλησε χωρίς περιστοφές στο βασιλιά για την κατάσταση και ότι ο Βενιζέλος πέτυχε με το διπλωματικό του δαιμόνιο να μην αντιληφθούν οι Βούλαγαροι την αδυναμία του Ελληνικού στρατού.

Μετά τον πόλεμο έγινε αντιστράτηγος το 1914 και τοποθετήθηκε διοικητής  του Β’ σώματος στρατού στην Πάτρα. Για πρώτη φορά συγκροτήθηκε στην Ελλάδα τόσο μεγάλη στρατιωτική μονάδα.

Στο μεταξύ, είχε ξεσπάσει ο εθνικός διχασμός. Ο Μανουσογιαννάκης τήρησε ουδέτερη στάση.

Φαίνεται ότι ο διχασμός του είχε προκαλέσει βαθύτατο ηθικό κλονισμό, ο οποίος συνετέλεσε στο θάνατο του που συνέβη στις 21 Ιουλίου του 1916 στην Πάτρα, όντας εν ενεργεία αντιστράτηγος.

Οι εκδηλώσεις πένθους στην κηδεία του ήταν πάνδημες.

Στη συνείδηση του λαού και του στρατού παρέμεινε ως ο κορυφαίος στρατηγός των Βαλκανικών πολέμων.

Το ερώτημα για τον ιστορικό παραμένει. Με τίνος το μέρος θα ετάσσετο ο Σφακιανός;

Η γνώμη του γράφοντος είναι ότι τελικά θα πήγαινε με τον Βενιζέλο, όπως πήγαν ο Κουντουριώτης, ο Δαγκλής και ο Λεωνίδας Παρακευόπουλος, που ήταν στενός του φίλος.

Τρία είναι τα στοιχεία από τα οποία νομίζω ότι προκύπτει ότι τελικά ο Μανουσογιαννάκης θα πήγαινε με τον Βενιζέλο

  1. Η στάση του το 1909
  2. Η στρατιωτική ανεπάρκεια του Κων/νου, που φάνηκε στους Βαλκανικούς πολέμους και
  3. Η «διάστασή» του με τον Κων/νο στο θέμα της προέλασης προς την Σόφια.

Βέβαια όλα αυτά είναι υποθέσεις.

Το σίγουρο είναι ότι ο στρατηγός θα ήταν χρήσιμος για την Ελλάδα σε όποια πλευρά θα επέλεγε ο ίδιος να βρεθεί.

Μήπως άραγε αν βρισκόταν στην πλευρά του Κων/νου θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την εκστρατεία προς την Άγκυρα πως απέτρεψε την προέλαση προς τη Σόφια;

Δυστυχώς η Ελλάδα στερήθηκε τον καλύτερο στρατηγό της σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή.

Η χώρα τον χρειαζόταν. Δυστυχώς το κενό που άφησε δε μπορούσε να αναπληρωθεί.

Γ. ΚΑΡΤΣΩΝΗΣ

Leave A Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *